Τετάρτη, 5 Δεκεμβρίου 2012

ΤτΕ: Γιατί δεν μειώνονται οι τιμές

Αθέμιτες συμπράξεις, κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης, ενδοομιλικές συναλλαγές πολυεθνικών επιχειρήσεων, πρακτικές τιμολόγησης είναι οι κυριότεροι λόγοι που διατηρούν υψηλά τις τιμές βασικών καταναλωτικών αγαθών και επιβραδύνουν την αποκλιμάκωση του πληθωρισμού.

Εκτός από τον αθέμιτο ανταγωνισμό, άλλοι λόγοι που συντηρούν υψηλά τις τιμές είναι η αύξηση της φορολογίας, η παραοικονομία που εξακολουθεί να υφίσταται, αλλά και ενδεχόμενα λάθη από την ΕΛ.ΣΤΑΤ. στην καταγραφή των μεταβολών των τιμών τονίζεται στην ανάλυση της Τράπεζας της Ελλάδος.
Στο ερώτημα γιατί δεν υποχωρεί περαιτέρω ο πληθωρισμός σε μια οικονομία σε ύφεση, με το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών να μειώνεται, η Τράπεζα της Ελλάδος καταγράφει τις ακόλουθες αιτίες, τονίζοντας πως δεν είναι άγνωστες, αφήνοντας έτσι αιχμές για αδράνεια των αρμόδιων αρχών.
1. Οι ανεπαρκώς ανταγωνιστικές συνθήκες σε τομείς κρίσιμους για τις τιμές καταναλωτή, όπως το διανεμητικό εμπόριο. Οι στρεβλώσεις του ανταγωνισμού, π.χ., στον τομέα των τροφίμων τεκμηριώνονται και σε πρόσφατη έκθεση του Ευρωπαϊκού Δικτύου Αρχών Ανταγωνισμού (European Competition Network - ECN), η οποία αφορά στις παραβάσεις των κανόνων του ανταγωνισμού σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες την περίοδο 2004-2011. Σύμφωνα με την έκθεση, επί συνόλου 182 ενεργειών των εθνικών αρχών και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την επιβολή των εν λόγω κανόνων, οι αρχές της Ελλάδος και της Ισπανίας ήταν οι πλέον δραστήριες (με 18 ενέργειες η καθεμιά).
Οι παραβάσεις στην Ελλάδα (αθέμιτες συμπράξεις, κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης) αφορούσαν στην παραγωγή αλεύρων, τα γαλακτοκομικά, την προμήθεια γάλακτος από τους παραγωγούς, το κρέας, τα πουλερικά και τα αβγά, τις κονσέρβες φρούτων, τα κατεψυγμένα λαχανικά, τα νωπά λαχανικά, την εμπορία των νωπών οπωροκηπευτικών, την μπίρα, το στιγμιαίο καφέ, τα αναψυκτικά τύπου κόλα, τα αλμυρά σνακ, καθώς και περιοριστικές πρακτικές που επιβάλλονται από μεγάλες αλυσίδες σουπερμάρκετ στα δίκτυα διανομής τους. Οι διαπιστώσεις της εν λόγω έκθεσης επιβεβαιώνονται έμμεσα από τη σχετική ακαμψία των τιμών καταναλωτή (όπως προκύπτει από τα αναλυτικά στοιχεία του ΔΤΚ) την περίοδο 2009-2012 σε ομάδες προϊόντων όπως: ψάρια, κρέας, ζάχαρη, σοκολάτες και γλυκά, γαλακτοκομικά, δημητριακά (για πρωινό), καφές - κακάο - τσάι, αλκοολούχα και μη αλκοολούχα ποτά, καπνός.
2. Στις στρεβλώσεις του ανταγωνισμού περιλαμβάνονται και αυτές που συνδέονται με τις ενδοομιλικές συναλλαγές των πολυεθνικών επιχειρήσεων, τις πρακτικές τιμολόγησης που αυτές ακολουθούν και τους περιορισμούς που επιβάλλουν στις θυγατρικές τους όσον αφορά στην προμήθεια των προϊόντων που διαθέτουν.
3. Η ανεπάρκεια των συνθηκών ανταγωνισμού πιθανώς αντανακλάται και στα σχετικά επίπεδα των τιμών καταναλωτή. Σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Eurostat το 2011 το μέσο επίπεδο των τιμών καταναλωτή στην Ελλάδα ήταν μόνο ελαφρά χαμηλότερο απ' ό,τι στην Ε.Ε.-27 (95 έναντι 100). Ωστόσο, το επίπεδο των τιμών ήταν υψηλότερο (σε σύγκριση με το 100 στην Ε.Ε.-27) στις κατηγορίες τρόφιμα-μη αλκοολούχα ποτά (103), ένδυση (103), υπόδηση (108), ηλεκτρονικά (108), επικοινωνίες (128). Ο δείκτης για τα τρόφιμα επιβεβαιώνει την ανεπάρκεια συνθηκών ανταγωνισμού, ενώ οι δείκτες για την ένδυση, την υπόδηση και τα ηλεκτρονικά υποδηλώνουν σοβαρές στρεβλώσεις της τιμολογιακής πολιτικής των επιχειρήσεων.
Σημειώνει επίσης η ΤτΕ ότι «ο ιδιαίτερα υψηλός δείκτης για τις επικοινωνίες εκπλήσσει» και εξηγεί πως ενδέχεται να υποδηλώνει ότι, παρά τον εκ πρώτης όψεως έντονο ανταγωνισμό τιμών μεταξύ των επιχειρήσεων τηλεφωνίας, υπάρχουν συμπράξεις όσον αφορά στον καθορισμό των τιμών, αν και φαίνεται πιθανότερο ότι αντανακλά τη σημαντική αύξηση της έμμεσης φορολογίας επί των υπηρεσιών ιδίως της κινητής τηλεφωνίας την περίοδο 2010-2011. Επισημαίνεται βεβαίως ότι, ενώ η διαφορά των επιπέδων των τιμών μπορεί να αντανακλά διαφορές στις συνθήκες ανταγωνισμού, δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκην διαφορές στους ρυθμούς του πληθωρισμού.
4. Παρά τις συνθήκες ύφεσης, τα αδήλωτα εισοδήματα της παραοικονομίας (ακόμη και αν έχουν μειωθεί και αυτά λόγω της κρίσης) εξακολουθούν να στηρίζουν τη ζήτηση για αγαθά και υπηρεσίες όχι πρώτης ανάγκης, συμβάλλοντας έτσι σε κάποιο βαθμό στην προς τα κάτω ακαμψία των αντίστοιχων τιμών καταναλωτή.
5. Η αύξηση της επιβάρυνσης των επιχειρήσεων που προκύπτει από την άμεση φορολογία (π.χ. με την επιβολή έκτακτων εισφορών) αλλά και από την έμμεση φορολογία (π.χ. με την καθυστέρηση των επιστροφών ΦΠΑ και της εξόφλησης άλλων ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου προς τις επιχειρήσεις). Αυτή η αύξηση της φορολογικής επιβάρυνσης των επιχειρήσεων έχει στην ουσία τις ίδιες συνέπειες που θα είχε η αύξηση μιας συνιστώσας του κόστους παραγωγής, καθώς επηρεάζει αυξητικά τις τιμές ή -ακριβέστερα στην παρούσα συγκυρία- αναστέλλει ή περιορίζει τη μείωσή τους.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου