Τρίτη, 16 Απριλίου 2013

Λάκης Γαβαλάς: Κατάθεση ψυχής μέσα από τη φυλακή

Στη φυλακή υπάρχει χρόνος...

 Γεννήθηκα στο  λυκαυγές της δεκαετίας του ’50, όταν η Ελλάδα μάζευε ακόμα τα συντρίμμια του Εμφυλίου.
Οταν η αστική τάξη κοίταγε με υπεροπτικό ύφος τη φτωχολογιά που ξυπνούσε και πάλευε, στην αρχή για επιβίωση και αργότερα για  διάκριση στο επιχειρείν και την τέχνη. Πόσο όμορφα σε δύο στιχάκια θα αποτύπωνε στις αρχές της δεκαετίας του ’60 ο  ποιητής Μανώλης Αναγνωστάκης αυτό το λυκαυγές: «Μη ζητάς, κορίτσι μου, ένα κορδελάκι, μέσα από τα ερείπια φτιάχνω ένα σπιτάκι». Εγώ πρόλαβα τη λεπτή μέση των γυναικών. Ασφυκτικά σφιγμένες από ζώνες που τούρλωναν τα οπίσθια των γυναικών. Τις κλος φούστες. Την καλτσοδέτα στη ραφή του καλσόν. Το περιποιημένο μουστάκι των ανδρών. Πρόλαβα  τα γυαλισμένα με μπριγιόλ ανδρικά μαλλιά αλλά και το αυθεντικό χάντρισμα και δίπλωμα του κομπολογιού.

Αυθεντικό στη μαγκιά, τον αντρισμό. Κι αν για κομπολόγια και μπεγλέρια έχουν γραφτεί πολλά τραγούδια, για τη μόδα του σταυροκούμπωτου σακακιού μου έρχεται στο μυαλό μόνο ένα. Αυτό το πολύ βαρύ λαϊκό τραγούδι: "Για εκείνο το παλιό το σακάκι, το διπλοσταυροκουμπωτό". Πώς αναμιγνύονται στο "θολωμένο μου μυαλό" -αχ βρε Ακη Πάνου- ο χρόνος και το τραγούδι…Οι άνθρωποι και οι εικόνες… Στο σπίτι μου είχαμε και ηλεκτρόφωνο. Ενα έπιπλο με πικάπ και ραδιόφωνο. Ομορφο έπιπλο, στηριγμένο σε 4 ποδαράκια που ήταν ελαφρώς πλάγια, σαν να τρέκλιζαν.
Η μουσική έπαιζε συνέχεια μέσα στο σπίτι. Ταγμένη να δημιουργεί παραστάσεις, όνειρα, προσωπογραφίες και γεγονότα. Μνήμες του μέλλοντός  μας. "Ροκ του μέλλοντός μας", θα έλεγε πολύ αργότερα ο Διονύσης Σαββόπουλος. Τα ακούσματα στο σπίτι ήταν λαϊκά... Καζαντζίδης, Μπιθικώτσης, Πόλυ Πάνου, Πάνος Γαβαλάς. Με τους απόηχους της δεκαετίας του ’50 και τη φωνή της Μαρίκας Νίνου να αχνοσβήνει στη μνήμη μου, έρχονται στις αρχές της δεκαετίας του ’60 οι συνθέτες που έκαναν το ελληνικό τραγούδι να φτάσει στα πέρατα της Γης: Ο Χατζιδάκις και ο Θεοδωράκης. Η Ελλάδα γίνεται πόλος τουριστικής έλξης. Το συρτάκι χορεύεται σε όλη την υδρόγειο. Και ξαφνικά τα ραδιόφωνα δονούνται από τις επιτυχίες των Beatles κι εγώ βρίσκω τον διεθνή ήχο μου! Ευτυχώς, όλα τα ρεπερτόρια ακούγονται μέσα στο σπίτι μας.


Η Καστέλα και η εποχή της αθωότητας
Ο μπαμπάς κυρ Διονύσης και η μαμά κυρά Τζοβάννα ήταν υπέροχοι γονείς. Διαρκώς ερωτευμένοι μεταξύ τους. Οχι απλά αγαπημένοι. Εκαναν τρία παιδιά. Εγώ ήμουν το πρώτο. Πέντε χρόνια αργότερα ήρθε στη ζωή η Νούλη και πέντε χρόνια μετά η (βασανιζόμενη σήμερα) Νότα. Ο μπαμπάς, βέρος Πειραιώτης με κυκλαδίτικες ρίζες από την πλευρά του παππού και κρητικές από την πλευρά της γιαγιάς. Η γλυκιά μαμά γεννήθηκε στην Ιταλία από πατέρα και μητέρα Σμυρνιούς. Καπετάνιος ο παππούς από την πλευρά της μαμάς, ταξίδευε παντού και ήταν περιπετειώδης τύπος. Μπορεί να γεννήθηκε στην Ιταλία η μαμά, αλλά από 6 ετών έζησε μόνιμα εγκατεστημένη στην Ελλάδα. Καλόκαρδη, νοικοκυρά, κοκέτα, με πολλά ενδιαφέροντα. Ο μπαμπάς, αυστηρός, πειθαρχημένος και καλός επιχειρηματίας. Ασχολιόταν με τα μάρμαρα. Πούλαγε ελληνικά μάρμαρα στην Ελλάδα την εποχή της ανοικοδόμησης, και σε όλο τον κόσμο. Ακούραστος αλλά και επινοητικός απέσπασε Βραβείο Ευρεσιτεχνίας στη Διεθνή Εκθεση Θεσσαλονίκης για τα μηχανήματα κοπής μαρμάρων τα οποία κατασκεύαζε.

Οι γονείς μου ήθελαν τα παιδιά τους να εξελιχθούν μέσα από τη μόρφωση και την καλλιέργεια. Μετά το Δημοτικό αποφάσισαν να με στείλουν σε γαλλικό σχολείο. Γυμνάσιο και Λύκειο με βρίσκει στο γαλλικό σχολείο Saint Paul. Ανάμεσα στο λιμάνι της Ζέας και το λιμάνι της Μερκούρη. Στο Δημοτικό μου είχε κάνει εντύπωση ο ήχος, τικ τακ, των τακουνιών της δασκάλας μου στο μωσαϊκό. Παρασύρθηκα και σε μια από τις εκθέσεις μου έγραψα στο τέλος «τικ τακ το τακουνάκι σου». Η δασκάλα μου εντυπωσιάστηκε και μου έβαλε 10 με τόνο. Ο μπαμπάς δεν κατάλαβε την υποβόσκουσα δημιουργικότητά μου. Δεν μπόρεσε, λόγω ιδιοσυγκρασίας, να αντιληφθεί το νόημα και ρώτησε τη δασκάλα γιατί η βαθμολογία της συγκεκριμένης έκθεσής μου ήταν τόσο υψηλή. Η απάντηση της δασκάλας τον άφησε ακόμα πιο έκπληκτο: «Μα κύριε Γαβαλά δεν υπάρχει μεγαλύτερος βαθμός!». Η δασκάλα ήταν γάτα με πέταλα. Και μου ξαναχάρισε άλλη μια φορά 10 με τόνο όταν σε μια έκθεσή μου, που είχε θέμα ελεύθερο, έδωσα τον τίτλο “Το πιάνο και το βάζο”. Τόσο νορμάλ γραμμένο και τόσο πονηρά προφερόμενο. Στο Γυμνάσιο ανακαλύπτω σιγά-σιγά τον εαυτό μου. Είμαι καλός μαθητής, ανήσυχο και ευφάνταστο παιδί. Οι σχέσεις μου και τα όνειρά μου μπερδεύονται.
Η ψυχή μου ξεφαντώνει. Φοράω τα εξαντρίκ ρούχα της εποχής. Παντελόνια καμπάνα, φαρδιές ζώνες, τεράστιες αγκράφες, πολύχρωμα πουκάμισα. Η ενδυματολογική επανάσταση της Carnaby street του Λονδίνου έχει κατακτήσει την υφήλιο. Η μόδα είναι αντικομφορμιστική. Μάης του ’68 στο Παρίσι έχει φέρει τα πάνω-κάτω. Ολα αμφισβητούνται. Εικόνα στο  προαύλιο του Saint Paul. Ωρα πρωινής προσευχής. Η φωνή του διευθυντή Φρερ στο μικρόφωνο: “Γαβαλά, να πας να αλλάξεις ρούχα!”. Ωχ, ευτυχώς που τα καταφέρνω στα μαθήματα και η συμπεριφορά μου κοσμιωτάτη. Εχω φαντασία, έχω όνειρα και πολλούς στόχους. Διαβάζω πολλά εξωσχολικά βιβλία, περιοδικά και είμαι οπαδός του “Salut les Copins”. Ολες οι παρέες του σχολείου και της γειτονιάς με θέλουν κοντά τους. Με προστατεύουν γιατί είμαι ευγενής, δεν πειράζω κανέναν, βοηθάω τους φίλους μου. Είμαι καλή παρέα, έχω χιούμορ. Αλλά και ακούνε από το στόμα μου φράσεις με σκέψεις, πληροφορίες και ιδέες που δίνουν χρώμα στο γκρίζο περιβάλλον και την πεζή καθημερινότητα. 

«Είμαι εκκεντρικός, είμαι ο διαφορετικός»
Βολτίτσες με το σχολείο. Στην Καστέλα, κάτω από το θρυλικό Κάβο Ντόρο νοικιάζουμε βάρκα για να πάμε μέχρι το απέναντι νησάκι. Κωπηλασία 200 μέτρων και οι συμμαθητές μου τσακώνονται ποιος θα κάνει κουπί για μένα. Εγώ δίνω παραγγέλματα και το διασκεδάζουμε. Φορητό πικάπ που λειτουργεί με μπαταρίες. Τα 45άρια σινγκλάκια με τις καυτές επιτυχίες της εποχής εναλλάσσονται με ταχύτητα αστραπής. Η αιώνια διαμάχη μεταξύ των τινέιτζερς: Beatles ή Stones; Ποιο συγκρότημα είναι μεγαλύτερο; “Οι Blind Faith”, λέω εγώ. Τους αποσβολώνω. Είμαι εκκεντρικός. “Οι Ten Years After”, τους λέω απανωτά. Είμαι ο εναλλακτικός. Είμαι ο διαφορετικός. Γιατί η καρδιά μου πετάει σαν γλάρος… Ακούω τα πάντα, βλέπω τα πάντα. Βλέπω; Βλέπω σινεμά. Αλλά με διαφορετικό μάτι. Οι συμμαθητές μου παρακολουθούν την υπόθεση και αδημονούν για την ερωτική σκηνή. Εγώ βλέπω ρούχα. Κινήσεις. Ντεκόρ. Τους αναγκάζω να βλέπουν και παλιές ταινίες. Μαυρόασπρες. Οχι μόνο γιατί είμαι σινεφίλ. Αλλά γιατί βλέπω, μέσα από αυτές τις ταινίες, τις εναλλαγές στις τάσεις της μόδας. Ξεχωρίζω τις βασικές ενδυματολογικές αρχές και διακρίνω τις παραλλαγές. Ανακαλύπτω πόσο αρμονικά συμπορεύονται η τέχνη με τη μόδα. Βλέπω το “Οσα παίρνει ο άνεμος” και θέλω να αγγίξω τα ρούχα. Να γίνω ένα με αυτά. Το μακρύ μαύρο φόρεμα της Ινγκριντ Μπέργκμαν στο “Νοτόριους” του Χίτσκοκ με ανατριχιάζει. Το θέλω. Παίρνω ύφασμα και ψαλίδι για να το φτιάξω. Με συνεπαίρνει η μόδα πιο πολύ και από το… σεξ. Τα άσπρα φανελάκια του Μάρλον Μπράντο και του Τζέιμς Ντιν. Τα υπέροχα κοστούμια του Κάρι Γκραντ. Ολα τα ρούχα της θεάς Γκρέις Κέλι. Βουτάω στην ιστορία του κινηματογράφου για να δω την πρόοδο της τέχνης, της μόδας, των επίπλων, των αξεσουάρ, των κοσμημάτων μέσα στις περασμένες δεκαετίες.

Η μύηση στον χορό και ο έρωτας με τη μόδα
Και ξαφνικά σοκ και δέος. Ανακαλύπτω τα μιούζικαλ. Σε σινεφίλ κινηματογράφους της Αθήνας. Την Τζίντζερ Ρότζερς και τον Φρεντ Αστέρ, την Τζούντι Γκάρλαντ και τον Τζιν Κέλι. Αέρινα κορμιά να σπάνε το φράγμα της λογικής. Να εξαφανίζεται ο χώρος και ο χρόνος. Σαν ξωτικά να μένουν στην ατμόσφαιρα οι χορευτές. Το προτεταμένο πόδι της Γκάρλαντ, ντυμένο στο σέξι διχτυωτό καλσόν, καθήλωνε το βλέμμα μου και φούσκωνε σαν ηφαίστειο τον εγκέφαλό μου. Παρατάω το σχολικό μπάσκετ και το ρίχνω στον χορό. Σε πάρτι, σε κυριακάτικα πρωινά με τα μοντέρνα ελληνικά μουσικά συγκροτήματα της εποχής, τους Forminx, τους Juniors, τους Charms, τους Idols. Αμέσως μετά το Saint Paul συνεχίζω πιο εντατικά τον χορό στη σχολή χορού της Ραλλού Μάνου. Δυναμική, έμπειρη, αυστηρή γυναίκα. Σπουδαία δασκάλα χορού. Πηγαίνω και στο “Ηχος και Φως” της Δώρας Στράτου. Αλλη μεγάλη κυρία της τέχνης του χορού. Διδάσκομαι κλασικό μπαλέτο, Γκράχαμ, μοντέρνο χορό αλλά και όλους τους ελληνικούς παραδοσιακούς χορούς. Διακρίνω και στον χορό όλες τις βασικές αρχές και αντιλαμβάνομαι τις παραλλαγές. Καταλαβαίνω τη διαφορετικότητα των ελληνικών παραδοσιακών χορών, που είναι κυκλωτικοί, πολυσυμμετοχικοί. Μαγεύομαι από την ελαστικότητα του χασάπικου και τη δωρικότητα του ζεϊμπέκικου. Γνωρίζω τον Τσαρούχη και μιλάμε ατέλειωτες ώρες για τις εθνικές συγγένειες των  χορών. Αρχίζω και να δουλεύω. Εχω αρκετές προτάσεις. Ο Φώτης Μεταξόπουλος ανεβάζει στο θέατρο του Βασιλικού Κήπου πίσω από τη Βουλή το υπερμιούζικαλ “Hair”. Με παίρνει στη χορευτική του ομάδα κι εκεί γνωρίζω τον νεαρό τραγουδιστή Γιώργο Νταλάρα ως πρωτοεμφανιζόμενο. Ακολουθεί πρόταση από τον Βαγγέλη Σειληνό να ενταχθώ στη δική του χορευτική ομάδα.
 Αυτή η συνεργασία ήταν και το γούρι για τη μετέπειτα καριέρα μου. Με είδε ένας καλλιτεχνικός διευθυντής της Rai και με κάλεσε στην Ιταλία για εμφανίσεις σε σόου της κρατικής TV. Εμεινα πολλούς μήνες στη Ρώμη. Τα είδα όλα και τους είδα όλους. Εννοώ τους Ιταλούς σχεδιαστές μόδας όπου επιμελούντο την ενδυματολογική εικόνα διαφόρων καλλιτεχνών. Παρακολούθησα πώς δουλεύουν. Πήγα σε εργοστάσια και βιοτεχνίες, σε ατελιέ και εκθετήρια. Κατάλαβα πώς δουλεύει το σύστημα. Είδα τις ευκαιρίες και τις άρπαξα. Γύρισα για λίγο στην Ελλάδα και είδα πώς δουλεύει ο κλάδος της μόδας και ευρύτερα του ρούχου στην πατρίδα μου. Πρωτόγονα σε σχέση με την Ιταλία. Αποφάσισα να ασχοληθώ με το εμπόριο της μόδας. Πέτρινα τα χρόνια τότε, στο τελείωμα της δεκαετίας του ’70 για το εισαγωγικό εμπόριο. Οι δασμοί έφταναν στο 60% της αξίας των εμπορευμάτων. Το Δημόσιο τότε έκανε τα πάντα για να αποθαρρύνει τα εισαγόμενα προϊόντα από το εξωτερικό. Ξανάφυγα από την Ελλάδα. Εμεινα στο Παρίσι, στο Μιλάνο, στο Λονδίνο. Πήγα και στην Αμερική. Συνέχισα τη διερεύνηση της αγοράς μόδας και ταυτόχρονα δούλευα. Με τη νοσταλγία της Ελλάδας εκπαιδευόμουν στις μητροπόλεις του κόσμου. Πέρασα από όλα τα συστήματα της βιομηχανίας μόδας. Τον σχεδιασμό, το μάρκετινγκ, τις πρώτες ύλες, τις πωλήσεις. 



Στο μεταξύ είχα ήδη ξεκινήσει δειλά-δειλά τις πρώτες εισαγωγές. Στις αρχές της δεκαετίας του ’80 είχαν στοιχειοθετηθεί στο μυαλό μου τα πλεονεκτήματα της Ελλάδας. Γιατί να γίνονται μεγάλες επιδείξεις μόδας στο γκρίζο, σκυθρωπό Μιλάνο και το βροχερό Παρίσι; Γιατί να μη γίνει σαλόνι μόδας η Ελλάδα με τον ήλιο, τη θάλασσα, τα πανέμορφα νησιά, τη μοναδική κουλτούρα; Γιατί να μην παράγει πρωτότυπα σχέδια και εμπορεύματα η Ελλάδα; Ταλέντα έχουμε. Ξέρουμε να ράβουμε. Εντάξει, δεν ξέρουμε να διαφημίζουμε και να πουλάμε. Θα το μάθουμε κι αυτό. Σχημάτισα στο μυαλό μου το τρίπτυχο της δουλειάς μου. Μόδα - τέχνη - τουρισμός. Από κάπου έπρεπε ν' αρχίσω. Με εμπιστεύονταν μεγάλοι οίκοι όπως οι Trussardi, Anna Molinari, Krizia, Fendi, Burberry, καθώς επίσης και οι YSL, Dior, Moschino, ακόμα και οι πρόσφατοι Dsquared και αναρίθμητοι άλλοι. Αυξάνονται διαρκώς οι ξένοι μεγάλοι οίκοι που αντιπροσώπευα. Το 35% των πωλήσεών μου στην Ελλάδα ήταν σε τουρίστες. Μεγάλη επιτυχία. Εκανα κάθε είδους εκδηλώσεις σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη, σε όλες τις μεγάλες πόλεις και φυσικά στη Μύκονο. Προσπαθούσα να δώσω ένταση, ταχυπαλμία στη μόδα. Εφερνα τους ξένους σχεδιαστές και διευθυντές των μεγαλύτερων οίκων μόδας στην Ελλάδα. Τους φιλοξενούσα. Τους τάιζα, τους πότιζα και τους πούλαγα κάτω από τον ελληνικό ήλιο και τη δροσιά της ελληνικής θάλασσας την ιδέα για τη δημιουργία σαλονιών μόδας στη χώρα μας.


Ψυχή ελληνική
Σταδιακά μειώνονται οι τιμές των προϊόντων στους Ελληνες καταναλωτές. Το μήνυμά μου ήταν ότι δεν χρειάζεται να πάει κανείς στη σκυθρωπή via Montenapoleone του Μιλάνου, την ασφυκτική Οxford street και το βαρετό Knightsbridge του Λονδίνου, ούτε στο αφιλόξενο, σνομπ Champs Elyseeς στο Παρίσι. Εδώ στην Ελλάδα, κάτω από την Ακρόπολη στην Αθήνα, δίπλα από τον Λευκό Πύργο στη Θεσσαλονίκη, κάτω από τον ελληνικό ήλιο και τις ακρογιαλιές των νησιών μας ελάτε και ψωνίστε. Γιατί εμείς έχουμε να σας επιδείξουμε κυρίως τον αρχαίο πολιτισμό μας. Εδώ γεννήθηκαν όλες οι τέχνες. Και στο φινάλε, το ελληνικό σουβλάκι και οι ελληνικοί μεζέδες έχουν 10 φορές περισσότερη νοστιμιά από τα fish and chips, τα hot dogs και όλα τα παρεμφερή δικά τους. Τα ελληνικά ξενοδοχεία βελτίωναν τις υπηρεσίες τους. Οι νέες γενιές πωλητών των ελληνικών καταστημάτων μάθαιναν να εξυπηρετούν καλά τους πελάτες. Εγώ έκανα τα πάντα για να φωταγωγώ την ελληνική φιλοξενία και ψυχαγωγία. Οχι μόνο στη Μύκονο και τα άλλα νησιά μας. Και στην Αθήνα. Ξεφαντώματα στα μπουζούκια. Βραδιές με παραδοσιακά τραγούδια και χορούς. Ξεναγήσεις σε όλα τα αρχαία ελληνικά μνημεία σε όλη τη χώρα. Συνεργαζόμουν και με τα μεγαλύτερα διεθνή τουριστικά γραφεία. Πούλαγα τα προϊόντα των ξένων στους ίδιους τους ξένους που τα παρήγαγαν, φέρνοντάς τους σαν τουρίστες στην Ελλάδα. Οι ξένοι έτριβαν τα μάτια τους. Η Μύκονος έκανε πολλαπλάσιο τζίρο από την Ιμπιζα της Ισπανίας, το Κάπρι της Ιταλίας. Εβαζα όλη την τρέλα μου -και διαθέτω μπόλικη- σε ευφάνταστες φωτογραφήσεις στην Ακρόπολη, στην Ολυμπία, στο Σούνιο, παντού. Εφερνα εκατοντάδες γκρουπ τουριστών στην Επίδαυρο και τους έστελνα πίσω στην πατρίδα τους με ρούχα και αξεσουάρ σχεδιασμένα στην ίδια τους τη χώρα. Στις αρχές του 2000 έφτασα στην κορύφωση…

Η  πτώση και η φυλακή
Δημιούργησα την ετικέτα .LAK με δέκα monobrand καταστήματα και ένα δίκτυο 130 αντιπροσώπων και καταστημάτων σε όλη την Ελλάδα. Δική μου φίρμα. Δική μας. Ελληνική. Με δικά μας ελληνικά σχέδια, ρούχα και αξεσουάρ σε εξαιρετικά προσιτές τιμές. Για όλο τον κόσμο. Για όλα τα βαλάντια. Η επιτυχία, λόγω της τεχνογνωσίας που είχα ήδη αποκτήσει από τους ξένους οίκους, ήταν ακαριαία. Αρχισα σεμινάρια σε νέους επίδοξους σχεδιαστές, επίδοξους υπεύθυνους παραγωγής προϊόντων, μάρκετινγκ και πωλητές. Ολη τη συσσωρευμένη εμπειρία μου προσπαθούσα να τους τη μεταλαμπαδεύσω. Δεν έκανα σχολή. Δεν έπαιρνα χρήματα από τα νέα ταλαντούχα και φιλόδοξα παιδιά. Τους μάθαινα τη δουλειά. Για να μετατραπεί ο πυρήνας σε λάβα. Και η λάβα σε ηφαίστειο. Και κάηκα. Ηρθε η κρίση. Με βρήκε σε δημιουργική φρενίτιδα και σε επιχειρηματικό άνοιγμα. Είχα απλωθεί πολύ. Υπερανάπτυξη. Και η κρίση έφερε πανικό. Και φάνηκαν οι διοικητικές μου αδυναμίες. Οι λανθασμένες επιλογές προσώπων στα οικονομικά, στις εισπράξεις, στη διαχείριση.

Προσπάθησα να διορθώσω τα λάθη προσδοκώντας στο τέλος της κρίσης που υπόσχονταν οι πολιτικοί παράγοντες. Η κρίση δεν τελείωσε. Εγώ τελείωσα. Χρέη στο Δημόσιο. Αυτόφωρη σύλληψη. “Υποπτος φυγής”. Να φύγω από πού; Από την πατρίδα μου που είμαι βασιλιάς; Να πάω πού; Αφού είμαι πασίγνωστος. Και να κρυφτώ για να ροκανίσω λεφτά  που δεν έχω; “Υποπτος να διαπράξει το ίδιο αδίκημα”. Ποιο; Εγώ που τώρα φυσάω και το γιαούρτι; “Πάρτε τα ακίνητα”, φώναξα σε εφοριακούς, ανακριτές και εισαγγελείς, “η αξία τους υπερκαλύπτει το χρέος προς το Δημόσιο!”. “Οχι, προφυλακίζεσαι”. “Και τι θα κερδίσει το Ελληνικό Δημόσιο;” ούρλιαζα. Αλλά το υπερθέαμα της διαπόμπευσής μου ήταν το ζητούμενο. Για να διασκεδαστούν οι μειώσεις μισθών των εργαζομένων πολιτών και τα κάθε λογής χαράτσια. Δεν έλαβαν υπόψη τους 270 εργαζομένους και το γεγονός ότι είχα ήδη πληρώσει πάνω από 80 εκατομμύρια τα τελευταία χρόνια σε Δημόσιο και ασφαλιστικά ταμεία. Αοπλος και φτωχός στην αρένα με τα λιοντάρια. Κατάπτωση και κατάθλιψη. Αδύναμος. Φάντασμα του παλιού μου εαυτού. Εξω από το κελί μου, στον διάδρομο της πτέρυγας, δύο κρατούμενοι, ένας για φόνο και ο άλλος για εμπόριο ναρκωτικών, τραγουδούν φάλτσα: “Τρύπες και στο πουκάμισο και στο σακάκι τρύπες, βρήκαν και μπαινοβγαίνουνε τα βάσανα κι οι πίκρες”.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου